Ιούλιος 1997, η μάνα μου, αν ζούσε θα ήταν 90 χρονών σήμερα, απαγγέλλει για μια κόρη στον Βόσπορο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 30 Μαΐου 2017
Τρίτη 5 Απριλίου 2016
ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
Αγαπημένε μου θείε [ Panayiotis Michel ] ξέρω ότι θα με συγχωρέσεις που έγραψα σε άλλη μορφή το ποίημά σου. Πάντα καταφέρνεις και μας συγκινείς. Φυλάγω όλα τα βιβλία που μου χάρισες όταν ήμουνα μικρούλης, τα γραμματόσημα, τις φωτογραφίες που βγάλαμε στο Ιωβηλαίο, αναμνήσεις από τον Καραγκιόζη στον Παρνασσό....
ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ
του
Παναγιώτη Μιχαήλ
Ύψιστέ μου βοήθα με στην προσφυγιά τζ' εμένα
Ως την επόμενη Λαμπρά να πάω στο Καρπάσι
Βοήθα τους, τους πρόσφυγες στα σπίτια τους να πάσει
Ποιά εν η αμαρτία τους που κάμαν τζιαι ΄εν το ξέρουν
Τζαι μόνοι τους στην ξενιθκιάν τη σταύρωσήν τους φέρουν
Θεέ μου που σταυρώθηκες τζιαι πάλε αναστήθεις
Παρακαλώ βοήθα μας για να βρεθεί μια λύση
Τζαι κάθε Τούρκος τζιαι Ρωμιός να παν’ να κατοικήσουν
Στην πόλη που γεννήθηκαν τζ’ οι λεμονιές θ’ ανθίσουν
Τζιαι τότε τα χωράφκια τους να σπείρουν να θερίσουν
Τζ’ όσοι αμπέλια έχουσιν να πα’ να τα τρυγήσουν.
Ως την επόμενη Λαμπρά να πάω στο Καρπάσι
Βοήθα τους, τους πρόσφυγες στα σπίτια τους να πάσει
Ποιά εν η αμαρτία τους που κάμαν τζιαι ΄εν το ξέρουν
Τζαι μόνοι τους στην ξενιθκιάν τη σταύρωσήν τους φέρουν
Θεέ μου που σταυρώθηκες τζιαι πάλε αναστήθεις
Παρακαλώ βοήθα μας για να βρεθεί μια λύση
Τζαι κάθε Τούρκος τζιαι Ρωμιός να παν’ να κατοικήσουν
Στην πόλη που γεννήθηκαν τζ’ οι λεμονιές θ’ ανθίσουν
Τζιαι τότε τα χωράφκια τους να σπείρουν να θερίσουν
Τζ’ όσοι αμπέλια έχουσιν να πα’ να τα τρυγήσουν.
Το σπίτι μας για να κτιστεί νομίζω εσού το ξέρεις
Πόσα μια οικογένεια βάσανα υποφέρει
Του κάθε νου το σπίτιν του τό ΄σιει μιάλο καμάρι
Όσον τζαι να ΄ναι άχρηστο θέλει το να το πάρει
Στον τόπο που γεννήθηκε να πα΄ να κατοικήσει
Την τελευταίαν του πνοή στο σπίτιν του ν' αφήσει.
Πόσα μια οικογένεια βάσανα υποφέρει
Του κάθε νου το σπίτιν του τό ΄σιει μιάλο καμάρι
Όσον τζαι να ΄ναι άχρηστο θέλει το να το πάρει
Στον τόπο που γεννήθηκε να πα΄ να κατοικήσει
Την τελευταίαν του πνοή στο σπίτιν του ν' αφήσει.
Κυριακή 2 Ιουνίου 2013
Σ. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΙΩΤΗ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τριανταφυλλένια χρώματα έχουν βάψει
Τον ουρανό σ' αυτή τη δύση του ήλιου.
Τι θεία εικόνα σχηματίζεται
Εκεί μακριά, που όμως κοντά σα να είναι!
Δυο περιστέρια φτεροπετάνε προς τη δύση
Με άστατες λευκές κινήσεις,
Σαν αλλόκοτες ψυχές.
Το τριανταφυλλένιο χρώμα τα έχει τυλίξει,
Ενώ πηγαίνουν ολοένα προς τη δύση.
Τι θεία εικόνα σχηματίζεται εκεί κάτω! —
Σα ζωγραφιά ακριβή του Ρούμπενς.
Με
την ευκαιρία της ανάρτησης στο ιστολόγιό μου ΚΑΡΒΑΣ για τον Ανώνυμο Ποιητή του χειρόγραφου του 16ου αιώνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας που
έχει σχέση με μελέτη του Σωτήρη Α. Γεωργιάδη δίνονται τα πιο κάτω λίγα στοιχεία
για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Οικογένεια Γεωργιάδη
![]() |
| τύπος κυπριακού σπιτιού από κυπριακό γραμματόσημο∙ Το ίδιο ακριβώς σπίτι είχε η οικογένεια Γεωργιάδη. |
Απέναντι ακριβώς
από το σπίτι μας, στο Βασίλι της Καρπασίας, στον κεντρικό δρόμο του χωριού, ήταν
ένα διόροφο πανέμορφο σπίτι που ανήκε στον Ηλία και τη Στυλιανή (Στυλλού) Γεωργιάδη.
Οι πιο παλιές μου μνήμες είναι από την εποχή που δεν θα ήμουν ούτε πέντε χρονών,
μα διατηρώ στη μνήμη μου πολύ καθαρά τη μορφή μιας καλής, πάντα μαυροντυμένης, γριούλας που καθόταν απέναντί μας και μας επισκεπτόταν πολύ συχνά. Έχουν περάσει τόσες
δεκαετίες μα θα μπορούσα και τώρα ακόμα να τη ζωγραφίσω γιατί έμοιαζε πάρα πολύ
με τη γιαγιά μου, και όπως μαθαίνω μόλις τώρα, είχαν πολύ στενή συγγένεια. Ο άνδρας της είχε αποβιώσει κι αυτή ζούσε μόνη της, εκτρέφοντας μερικές κότες για να έχει μόνο και μόνο κάτι να απασχολείται μια και δεν αντιμετώπιζε
κανένα οικονομικό πρόβλημα. Κάθε τόσο έφερνε στη μητέρα μου αυγά. Τα καλοκαίρια, που βγάζαμε τα κρεβάτια μας στην αυλή και ξαπλώναμε σε
κουρελούδες, ερχόταν πάλι και καθόταν μαζί μας και κάτω από τα αμέτρητα αστέρια
μου έλεγε παραμύθια. Ήταν από τους πιο πρόσχαρους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Με
πείραζε, τραβώντας μου το πόδι αλλά στο τέλος μου έλεγε: «θέλω κάτι από σένα,
όταν θα πεθάνω να μου ανάβεις ένα κεράκι στον τάφο μου». Εγώ κουνούσα το κεφάλι
«ναι», χωρίς να πολυκαταλαβαίνω τι ήθελε να πει. Φαίνεται όμως, ότι κάτι διαισθανόταν
γιατί τον επόμενο ή μεθεπόμενο χρόνο μας άφησε χρόνους. Γνωρίζω που είναι ο τάφος
της, τον βρίσκω με κλειστά μάτια, και μου δόθηκε πολλές φορές η ευκαιρία και
κράτησα την υπόσχεσή μου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

